Ξύπνησα το πρωί και είδα δίπλα μου μια άγνωστη γυναίκα.
Μπήκα σ' ένα άγνωστο μπάνιο, βγήκα απο ένα άγνωστο σπίτι
και πήγα στη δουλειά κάποιου άλλου.
Όλοι με φωνάζανε Αντώνη, αλλά εμένα δε με λέγανε Αντώνη...
Όλοι μου λέγανε καλημέρα, ενώ εμένα συνήθως δε μου λέει κανείς.
Κάθησα σ' ένα γραφείο, μου φέρανε και καφέ!
Όλοι έδειχναν να με σέβονται, μερικοί μου χαμογελούσαν πονηρά,
αλλά εγώ όλους αυτούς, πρώτη φορά τους έβλεπα στη ζωή μου.
Σχόλασα απ' τη δουλειά, είδα μια γκομενίτσα για καμιά ωρίτσα
και γύρισα σπίτι, στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου,
που με χαρά αλλά και απορία τους έβλεπα για δεύτερη φορά στη ζωή μου.
Τα παιδιά κάνανε φασαρία και νευρίασα ενώ εγώ συνήθως δε νευριάζω.
Φάγαμε, ήπιαμε, είδαμε λίγο τηλεόραση και πήγαμε για ύπνο.
Δε θα 'χε περάσει κανένα μισάωρο όταν σηκώθηκα απ' το κρεβάτι.
Όλοι κοιμότανε και βγήκα στη βεράντα.
Κοίταξα το σπίτι μου που δεν το είχα ξαναδεί.
Δεν ήταν καν του γούστου μου. Καρακιτσαρία.
Ύστερα κοίταξα τα φώτα των αυτοκινήτων που περνούσαν
και σκέφτηκα πως η γυναίκα μου δε με άγγιξε όλη μέρα, ούτε και τα παιδιά.
Και στο γραφείο όλοι μου μιλούσαν αλλά κανείς δεν έδειχνε να είναι φίλος μου.
Μόνο εκείνη η ωρίτσα με τη γκομενίτσα άξιζε κάτι σήμερα τελικά.
Σκέφτηκα πως αύριο την ίδια ώρα, θα κάθομαι πάλι σ' αυτή τη βεράντα
και θα σκέφτομαι άλλη μια χαμένη μέρα της ζωής μου.
Άλλη μια μέρα που δεν είχα φίλους,
άλλη μια μέρα που δε μ' αγγίξανε η γυναίκα και τα παιδιά μου.
Άλλη μια μέρα που πέρασε μόνο και μόνο για να έρθει η επόμενη.
Κάρφωσα το βλέμμα μου στο πουθενά.
Και ξαφνικά όλα θολώσαν γύρω μου, δεν έβλεπα τίποτα και κανένα.
Ένοιωθα μόνο ένα απέραντο κενό που το έσπαζε αμυδρά το φως μιάς οθόνης.
Ένοιωσα να μην έχω πρόσωπο, ένοιωσα τόσο άχρηστος και τόσο μόνος.
Και μέσα σ' όλη αυτή τη ζάλη προσπαθούσα να κρατηθώ
απο εικόνες και αναμνήσεις που δεν ήτανε δικές μου.
Ξύπνησα το πρωί, χαιρέτησα τα παιδιά και τη γυναίκα,
άφησα στη θέση του το αμάξι του Αντώνη και πήγα σπίτι με το λεωφορείο.
Ανακούφιση με πλημμύρισε όταν αντίκρυσα τη γνωστή μου ακαταστασία.
Πήρα μία μπύρα απ' το ψυγείο και αφού ήπια δυό γερές γουλιές,
σκέφτηκα οτι ελπίζω να μην παρεξηγηθεί ο Αντώνης
αν μάθει όλο αυτό το μεταφυσικό που συνέβη.
Οτι έπαιξα με τα παιδιά του, κοιμήθηκα με τη γυναίκα του,
οδήγησα το αμάξι του, δούλεψα στη δουλειά του,
είδα τους συναδέλφους του και πήγα με τη γκόμενά του.
Αντιθέτως, πιστεύω οτι επειδή ο Αντώνης είναι απο 'κείνους
που συνεχώς διαμαρτύρονται οτι κανείς δεν τους καταλαβαίνει,
θα πρέπει να με ευγνωμονεί, γιατί τώρα υπάρχει κάποιος που τον καταλαβαίνει απόλυτα.
Αν δε ζήσω μιά μέρα απ' τη ζωή σου Αντώνη μου, πως να σε καταλάβω;
Β.τ.Μ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...